Τέχνη και Βιοτεχνολογία: Όταν η τέχνη διερευνά την επιστήμη

Τέχνη και Βιοτεχνολογία: Όταν η τέχνη διερευνά την επιστήμη *

Κατερίνα Γκουτζιούλη

Τι συμβαίνει όταν η βιοτεχνολογία βγαίνει από τα εργαστήρια και γίνεται αντικείμενο καλλιτεχνικών πρακτικών; Πρόσφατα παραδείγματα στο χώρο της τέχνης αναδεικνύουν ακόμη μια φορά ότι η τέχνη και η επιστήμη δεν είναι δύο ασύνδετα μεταξύ τους πεδία. Η κρίση του φυσικού περιβάλλοντος, οι νέες τεχνολογίες και η κλασσική τακτική του «κάντο μόνος σου» (DIY) οδηγούν τους καλλιτέχνες στην υλοποίηση στρατηγικών που ενεργοποιούνται στο δημόσιο χώρο και σε εκθεσιακούς χώρους τέχνης. Αυτές οι διεργασίες διερευνούν τα όρια μεταξύ επιστήμης και τέχνης με σκοπό να επισημάνουν την αποξένωση μεταξύ της πολιτιστικής πρακτικής και της επιστημονικής διαδικασίας. Ο Έρνστ Φίσερ στο βιβλίο του “Η αναγκαιότητα της τέχνης”(1959) ισχυρίζεται ότι εάν ανατρέξουμε στην ιστορία, θα δούμε ότι και τα δύο πεδία, η τέχνη και η επιστήμη, προκύπτουν από τις τελετουργίες της καθημερινής ζωής.[1] Το κοινό έδαφος μεταξύ επιστήμης και τέχνης μπορεί να χαρακτηριστεί ως «μια υποκείμενη βούληση να ενισχύσουν την ανθρώπινη κατανόηση και να επεκτείνουν την εμπειρία για τον κόσμο».[2] Επίσης, αυτό που φαίνεται να έχουν κοινό και τα δύο πεδία είναι «μία επιθυμία για την ευχαρίστηση της κατανόησης κάτι καινούριου και της επικοινωνίας αυτού στους άλλους».[3] Σε αυτό το βαθμό, η τέχνη και η επιστήμη μοιράζονται την δυναμική της παρατήρησης, του πειραματισμού και της έρευνας.

Πέρα από αυτό όμως, οι καλλιτέχνες διερευνούν τις ηθικο-πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις της τέχνης και της επιστήμης ως μέσα επικοινωνίας και έρευνας. Αυτό που φαίνεται να διαχωρίζει την τέχνη από την επιστήμη είναι το θέμα της προσβασιμότητας. Ενώ το επιστημονικό εργαστήριο είναι ένας χώρος για ειδικούς, ο χώρος της τέχνης είναι δυνητικά ανοιχτός σε όλους. Ενώ το επιστημονικό προϊόν είναι αντικειμενικό, το έργο τέχνης είναι ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες. Σε αυτό το πλαίσιο, το καλλιτεχνικό έργο στρέφεται προς την κατανόηση των τρόπων με τους οποίους διανέμεται η πληροφορία και η γνώση με διαμεσολαβητές άλλοτε τα ακαδημαϊκά ιδρύματα και άλλοτε τις πολυεθνικές εταιρίες. Προκύπτει λοιπόν, ένα ερώτημα επιστημολογίας, δηλαδή, πώς αντλούμε τη γνώση μας για τον κόσμο.

Τις τελευταίες δεκαετίες η βιοτεχνολογία έχει απασχολήσει πολύ την πολιτική σφαίρα και έχει δημιουργήσει έντονους προβληματισμούς σχετικά με την ορθή χρήση της στους τομείς της αγροτικής παραγωγής, της βιομηχανίας του φαγητού, το βιολογικό πόλεμο μεταξύ άλλων. Τα βιβλία «Our Posthuman Future”(2002) του Francis Fukuyama και Redesigning Humans”(2002) του Gregory Stock φανερώνουν ένα συμβάν πολιτικής αντιπαράθεσης σχετικά με τη δημόσια συζήτηση για τη βιοτεχνολογία.[4] Ο Eugene Thacker ισχυρίζεται ότι «οι δύο συγγραφείς μάς παρουσιάζουν στοιχειώδη παραδείγματα μιας νέας κοινωνιο-βιολογίας: κοινωνικά προβλήματα, γενετικές λύσεις» προσπαθώντας «… να ανακαλύψουν τους δεσμούς μεταξύ της πολιτικής και της βιολογίας που η βιοτεχνολογία καθιστά δυνατούς».[5] Η βιοτεχνολογία είναι μια σχετικά πρόσφατη επιστήμη και σύμφωνα με τη Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα ορίζεται ως: «οποιαδήποτε τεχνολογική εφαρμογή που χρησιμοποιεί βιολογικά συστήματα, ζώντες οργανισμούς ή παράγωγα αυτών για την παραγωγή ή τροποποίηση προϊόντων ή για διαδικασίες ειδικής χρήσης».[6] Κάποιες από τις εφαρμογές της βιοτεχνολογίας βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην ιατρική, στη γεωργία και στη βιομηχανία του φαγητού.

Ένας άλλος παράγοντας που δείχνει ότι η βιοτεχνολογία αποτελεί πλέον μέρος της ημερήσιας διάταξης είναι η γλώσσα.  Στην καθημερινή γλώσσα, για παράδειγμα, έχει εισχωρήσει λεξιλόγιο όπως εκμετάλλευση γενετικού υλικού, κλωνοποίηση και γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί. Στην περίπτωση της βιοτεχνολογίας, οι καλλιτέχνες φαίνεται να αντιδρούν στο «στερεοτυπικό» διαχωρισμό της επιστήμης και της τέχνης είτε με το να εναντιώνονται στην παράδοση που εξυμνεί τη τυφλή πίστη απέναντι στα επιστημονικά δεδομένα[7], είτε αντιδρώντας στο ότι η βιοτεχνολογία είναι μια επιστήμη που εξελίσσεται αποκλειστικά μέσα σε ακαδημαϊκά και στρατιωτικά ιδρύματα και όχι έξω από αυτά [8] ή έχοντας την πεποίθηση ότι η βιοτεχνολογία παρουσιάζει ευκαιρίες για μη βίαιη κοινωνική αλλαγή.[9] Το έντονο ενδιαφέρον για τη βιοτεχνολογία στο χώρο της τέχνης πηγάζει από τις άμεσες επιδράσεις που έχει η βιοτεχνολογία στην καθημερινή μας ζωή, όπως το περιβάλλον και το φαγητό. Το ερώτημα που τίθεται από τους καλλιτέχνες αφορά την ορθή χρήση της βιοτεχνολογίας και μας προτρέπουν να αναστοχαστούμε τους τρόπους που επιδρούμε στη φύση και τους τρόπους που επηρεαζόμαστε κι εμείς.

Το είδος της γνώσης που περιορίζεται συνήθως στα επιστημονικά εργαστήρια, γίνεται αντικείμενο έρευνας για πολλές καλλιτεχνικές πρακτικές. Το 1999, ο Άγγλος καλλιτέχνης- ακτιβιστής Heath Bunting προσπαθεί να αναδείξει τις επιπτώσεις της βιοτεχνολογίας στην παραγωγή σοδειάς και κατ’ επέκταση στο φαγητό. Το έργο Super Weed Natural Reality Kit 1.0 [10] είναι ένα σετ (DIY kit) που περιέχει ένα μείγμα από φυτικούς και γενετικά τροποποιημένους σπόρους το οποίο αντιστέκεται στα φυτοκτόνα (π.χ. Roundup) που παρασκευάζουν πολυεθνικές εταιρίες, όπως η Monsanto. Δημιουργώντας, όπως ισχυρίζεται, ένα βιολογικό όπλο ικανό να καταστρέψει, εάν διανεμηθεί και καλλιεργηθεί, γενετικά τροποποιημένες και συμβατικές σοδειές, ο Bunting έχει ως στόχο να διαταράξει τη ροή του επιχειρηματικού κεφαλαίου στον τομέα της αγροτικής παραγωγής. Σε μια περίοδο όπου η Βρετανική κυβέρνηση αποφάσιζε κατά πόσο η τεχνολογική πρόοδος είναι ωφέλιμη για την αγροτική παραγωγή, ο Bunting απαντάει με έναν τρόπο σχεδόν ολοκληρωτικό όπως αυτός των πολυεθνικών που προάγουν το κέρδος εις βάρος της ποιότητας. Για τον Bunting, η βιοτεχνολογία «δεν αποτελεί μόνο το επόμενο πεδίο μάχης μέσα στο οποίο ο έλεγχος της ζωής και της γης δίνει μάχες, αλλά επίσης και η ίδια η ζωή επαναπροσδιορίζεται… είναι αναγκαίο να αμφισβητήσουμε σοβαρά τις έννοιες της ιδιοκτησίας και της εκπροσώπησης σε αυτό το πεδίο»[11], μια αναφορά για τους κινδύνους της εξάρτησης από τη βιοτεχνολογία.

Superweed workshop, plantation completed, Dortmund, Germany (2007)


Heath Bunting, Natural Reality SuperWeed Kit 1.0 (1999)

Την ίδια χρονιά, η Natalie Jeremijenko – εικαστικός και μηχανικός, με τη βοήθεια ειδικών κλωνοποιεί μια ποικιλία καρυδιάς («Paradox») με σκοπό να φυτέψει τα κλωνοποιημένα δενδρύλλια σε διαφορετικές περιοχές του Σαν Φραντζίσκο. Το έργο One Tree(s) αποτελεί ένα δημόσιο πείραμα που στο τέλος θα αποδείξει ότι κάθε δέντρο αναπτύσσεται διαφορετικά ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο έχει φυτευτεί. Η Jeremijenko έχει πει ότι «Επειδή τα δέντρα είναι γενετικά πανομοιότυπα, τα επόμενα χρόνια θα αποδώσουν τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές διαφορές στις οποίες είναι εκτεθειμένα. Η αργή και ομοιόμορφη ανάπτυξη των δέντρων θα καταγράψει τις εμπειρίες και τις ενδεχόμενες συνθήκες που παρέχει η κάθε δημόσια τοποθεσία. Θα αποτελέσουν ένα δικτυωμένο εργαλείο που χαρτογραφεί τα μικρό-κλίματα της περιοχής Bay Area, συνδεδεμένα όχι μέσω του Ίντερνετ αλλά μέσω του γενετικού τους υλικού»[12]. Η παρέμβαση της στο δημόσιο χώρο του Σαν Φραντζίσκο επιχειρεί να δημιουργήσει ένα θέαμα, ικανό να τροφοδοτήσει δημόσιο διάλογο σχετικά με τις επιδράσεις μας στο φυσικό περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή. Θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί η σύγχρονη εκδοχή του 7000 oaks (1982-1987), ένα έργο του Joseph Beuys κατά τη διάρκεια του οποίου φυτεύτηκαν 7000 βελανιδιές στην πόλη Kassel της Γερμανίας, με στόχο την ανάπτυξη της οικολογικής συναίσθησης.

Οι δύο περιπτώσεις που εξετάσαμε σύντομα φαίνεται να συγχέουν σκόπιμα τα όρια μεταξύ τέχνης και επιστήμης. Από τη μια πλευρά, τίθεται ένα ζήτημα ηθικής στο βαθμό που η βιοτεχνολογία επηρεάζει την ανθρώπινη ζωή και η πολυεθνική «εταιρική» κυριαρχία μεσολαβεί ανάμεσα στην επιστήμη και το φυσικό περιβάλλον. Από την άλλη, τίθεται το θέμα της ανθρώπινης ευθύνης σχετικά με την κρίση του φυσικού περιβάλλοντος. Οι καλλιτέχνες αποβλέπουν στην δημιουργία ενός κοινού εδάφους ανταλλαγής απόψεων και δεν σκοπεύουν να οικειοποιηθούν το έργο των επιστημόνων. Αντιθέτως, προτείνουν ότι κάποια επίπεδα μελέτης και έρευνας μπορούν να επανεξεταστούν και από μη ειδικούς. Η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των καλλιτεχνών προς τη βιοτεχνολογία αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα της τέχνης να εισάγει λόγους στη μεθοδολογία της από άλλα πεδία. Εάν η επιστήμη μοιάζει απρόσιτη και περιορισμένη στα εξειδικευμένα εργαστήρια, η τέχνη φαίνεται να έχει τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει συλλογικές δράσεις. Η βιοτεχνολογία ήδη αποτελεί πολιτιστικό πόρο για τους «πολιτιστικούς εργάτες» και μένει να δούμε τι θα συμβεί όταν η βιοτεχνολογία εισβάλλει πιο άμεσα στην καθημερινότητα μας.


* Αυτό το σύντομο κείμενο βασίζεται στην ομιλία μου με τίτλο “Τέχνη και Βιοτεχνολογία: Ο καλλιτέχνης ως επιστήμονας;” και τη συζήτηση που ακολούθησε στο εργαστήριο Utopia and Nature (2010), που πραγματοποιήθηκε στον καλλιτεχνικό σταθμό της ΑΣΚΤ στο Ρέθυμνο, τον Ιούλιο του 2010.

[1] Παρατίθεται στο Charles R. Garoian and John D. Mathews “A Common Impulse in Art and Science”, Leonardo, Vol. 29, No. 3 (1996), σελ. 193

[2] Wright, Alexa and Linney, Alf (2008). “The Art and Science of a Long-term Collaboration” στο www.ucl.ac.uk/conversation-piece/Wright_Linney%20N_Cpaper.pdf (πρόσβαση 16/09/2010)

[3] Όπως πριν.

[4] Για μια κριτική ανάλυση δείτε: Eugene Thacker (2002), “State Biophilosophy (or Why are state bureaucrats conducting the ‘public’ debate on biotechnology)” at http://www.metamute.org/en/state_biophilosophy_or_why_are_state_bureaucrats_conducting_the_public_debate_on_biotechnology (πρόσβαση 15/09/2010)

[5] Όπως πριν.

[6] “Βιοτεχνολογία”, άρθρο 2. Όροι χρήσης, Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα. Στο http://www.cbd.int/convention/articles.shtml?a=cbd-02 (πρόσβαση 15/09/2010)

[7] Critical Art Ensemble (2002). Molecular Invasion. New York: Autonomedia. Επίσης διαθέσιμο στο: http://www.critical-art.net/books/molecular/

[8] Bunting, Heath (2004). “Amateurs and Hobbyists” in Jeremijenko, Natalie and Eugene Thacker (Eds.), Creative Biotechnology. A User’s Manual. Locus+. Available online from www.locusplus.org.uk/biotech_hobbyist (πρόσβαση 16/09/2010)

[9] Δείτε Natalie Jeremijenko στο http://www.nyu.edu/projects/xdesign/ (πρόσβαση 16/09/2010)

[10] Δείτε το πρότζεκτ Natural Reality SuperWeed Kit 1.0 στην ιστοσελίδα: http://www.irational.org/cta/superweed/

[11] “Genetics Activists create Superweed. Launch of Natural Reality SuperWeed Kit 1.0”, Cultural Terrorist Agency, Press release, 24th January 1999 στο: http://web.mit.edu/dryfoo/www/Info/scary-weed.html (πρόσβαση 16/09/2010)

[12] Δείτε Natalie Jeremijenko: “One Tree(s). An information Environment” στο http://www.nyu.edu/projects/xdesign/onetrees/description/index.html (πρόσβαση 16/09/2010)